Από φτωχά αρχίδια.

Ήμουν μικρός, μου έλεγαν φάε το φαγητό σου να μεγαλώσεις, να πας σχολείο, να μάθεις πράγματα, να πας μετά πανεπιστήμιο, να αναγνωριστείς, να βρεις δουλειά, να βγάλεις και χρήματα να εξασφαλιστείς, ήμουν μικρός, δεν ήξερα, το πίστεψα, και ο μαλάκας το έφαγα, συγγνώμη. Στον εαυτό μου τη ζητάω τη συγγνώμη, όχι σε σας, που ήμουν αδαής και αγαθός, σχεδόν ανόητος, που μεγαλώνοντας δεν είδα ποτέ γύρω μου ότι ήταν ένα ακόμα από τα παραμύθια που λένε στα παιδιά για να τα διασκεδάζουν και να τους διεγείρουν την φαντασία.

Είμαι μεγάλος, το έφαγα το φαί μου, μεγάλωσα και λίγο παραπάνω γιατί με τόσο «φάε φάε» η μάνα μου μάλλον με προόριζε για πυρηνικό επιστήμονα, έμαθα πράγματα πάντως, κανένα που να έχει σχέση με το σχολείο και το τι διδάχθηκα δεν θυμάμαι, αυτά που έμαθα πραγματικά και μου αποτυπώθηκαν στο μυαλό ήταν αυτά που είχαν να κάνουν με ανθρώπους, με σχέσεις, με φίλους με έχθρες, μόρφωση δηλαδή, και εκπαίδευση, αλλά είπαμε, αυτό που έμεινε ήταν αυτό που με διαμόρφωσε σαν άνθρωπο. Μεγάλωσα τόσο που πέρασα και στο πανεπιστήμιο, και αναγνωρίστηκα, από τους γύρω μου, συγχαρητήρια με πλημμύριζαν και μου έδιναν ελπίδες, με γέμιζαν στόχους, ένιωθα ότι ίσως τελικά μέσα από τις σπουδές μου θα καταφέρω κάτι, θα αναδείξω αυτά που έχω μέσα στο μυαλό μου, θα τα μοιραστώ με άλλους, θα εκτιμηθώ και θα προσφέρω εντέλει σε μια εργασία που θα μου προσφέρει και αυτή. Γελάω τώρα που τα γράφω, όχι γιατί μου φαίνονται αστεία, για να μην κλάψω.

Τελικά δεν είχα μεγαλώσει αρκετά, μικρός ήμουν ακόμα. Ούτε στο πανεπιστήμιο έμαθα τίποτα, κάτι νούμερα και πως κάνεις πράξεις μεταξύ τους αν αυτό σε ενδιαφέρει, ασχολήθηκα βλέπεις με τα οικονομικά και τη στατιστική γιατί πάντα με εξίταρε η οικονομία και πάντα θεωρούσα αινιγματική την στατιστική. Τελικά ότι με εξίταρε εξαφανίστηκε στα πρώτα μαθήματα, όταν το ελληνικό πανεπιστήμιο μου έδειξε ότι δεν χρειάζεται να μάθω στην πραγματικότητα κάτι παραπάνω από τα νουμεράκια που γράφει ο καθηγητής στον πίνακα, και αν είμαι καλό παιδί και τα μάθω, και του τα γράψω σε μια κόλλα χαρτί θα είμαι άξιος επιστήμων, αντάξιος ενός πτυχίου, δεν έχει σημασία που δεν έμαθα ποτέ στην ουσία τίποτα οικονομικό, ή δεν εφήρμοσα ποτέ στην ουσία κάτι στατιστικό, τα είχα διδαχθεί από τους άξιους καθηγητές του ιστορικού μου πανεπιστημίου, δεν φταίνε αυτοί αν δεν τα έμαθα ποτέ εγώ, ή κάπως έτσι πάει τέλος πάντων σε αυτό το σημείο το παραμύθι. Βέβαια φταίω και εγώ, γιατί ποτέ δεν ασχολήθηκα πολύ με τα πολιτικά της σχολής μου, να πάει μπροστά η ΔΑΠ ή η ΠΑΣΠ ή το ΔΙΚΤΥΟ, αλλά είμαι και εγώ λίγο μαλάκας και δεν φαντάστηκα ότι πρώτα έπρεπε να ασχοληθώ με αυτά και μετά με τη διδασκαλία, και είδα άτομα που ποτέ τους δεν γνώρισαν κάτι από το αντικείμενο σπουδών να αποφοιτούν πριν από μένα. Φταίω και γιατί εγώ δεν πήγαινα στο πανεπιστήμιο τακτικά για να μπορέσω να ασχοληθώ με τα πολιτικά, βασικά από ένα έτος και μετά τα πολιτικά μετράνε, δεν έχει να κάνει και τόσο με σπουδές, οπότε σε αυτά αναφέρομαι, φταίω λοιπόν γιατί μόλις τελείωσα το λύκειο έπιασα δουλειά, τυχερός θα πεις, έτσι είναι αυτά, και τα επόμενα χρόνια πήγε καλά, λίγο από την απογοήτευση η σχολή έμεινε πίσω, έμεινα μετά και εγώ χωρίς δουλειά, η σχολή πήγε μπροστά, βρήκα δουλειά αλλού, η σχολή έμεινε πίσω, και ούτω καθεξής. Λυπάμαι μόνο γιατί αηδίασα από τους ανθρώπους γύρω μου μέσα στο χώρο των ιδεών και της διανόησης, οι οικονομικά εύρωστοι, καθησυχασμένοι, πασάδες σε γραφειάκια που τους παρείχαν την εξασφάλιση της κομματικής στήριξης, να αποφασίζουν πότε και τι θα γίνει μέσα στο πανεπιστήμιο, όσοι ήθελαν ακολουθούσαν, έτσι και αλλιώς αυτό που έλεγαν θα γινόταν, σαπίλα, μουχλιασμένα μυαλά ετών 22, καθοδηγούμενα από τους μεγαλοπατέρες και ευεργέτες του έθνους, τους οποίους οι καθηγητάδες τσιμπούκωναν σε κάθε ευκαιρία για να μπορέσουν να έχουν την εύνοια τους. Καθηγητές αδιάφοροι, με κρεμασμένο πλακάτ «μόνιμος» στο λαιμό, που κραύγαζαν και επικοινωνούσαν την αδιαφορία τους για την πορεία της πλέμπας που παρακολουθούσε την διάλεξη τους, να μην αντιγράφεις τους ένοιαζε βασικά, και να κόβουν πολλούς, για να μην τους πάρουν τα κωλόπαιδα τον αέρα, όσο μπορούν να τα κάνουν αυτά ανεξέλεγκτα έχουν το πάνω χέρι, είναι θεοί, η ζωή σου εξαρτάται από εκείνους, και σε κάθε ευκαιρία θα στο θυμίσουν, για να μη σου μπαίνουν ιδέες, γιατί δεν επιτρέπεται να ασχολείσαι ή να έχεις άποψη για τίποτα παραπάνω από όσα θέλουν εκείνοι.

Δεν έχει πια σημασία λες, τα κατάφερα, έγινα το πιο κοντινό πράγμα σε επιστήμονα που θα μπορούσα να γίνω, κάτοχος ενός χαρτιού που πιστοποιεί ότι παρακολούθησες δηλαδή κάποια χρόνια κάτι άτομα πολύ εκπαιδευμένα μα καθόλου μορφωμένα να προσπαθούν να σου μεταδώσουν γνώση. Είμαι μεγάλος πια. Δεν έχει σημασία που δεν ξέρω στην πραγματικότητα να κάνω τίποτα, τίποτα από αυτά που διδάχθηκα, γιατί τουλάχιστον μέσα από τις δουλειές που έκανα έμαθα ότι ο κόσμος χορεύει μόνο στο άκουσμα του ήχου που κάνουν ο δείκτης και ο αντίχειρας του χεριού σου.

Αρκετά με τις δουλειές που δεν είχαν σχέση με το αντικείμενο μου, ώρα να κάνω το βήμα μπροστά, είχα μεγαλώσει πια, ώρα να ξεκινήσω μια πορεία που θα με ανεβάσει ψηλά. Γελάω πάλι με το πόσο βλάκας είμαι. Έτσι νόμιζα, απλά δεν είχα μεγαλώσει όσο έπρεπε, δεν είχα  πάει φαντάρος μου λέγανε, έπρεπε να κάνω αυτό πρώτα και μετά όλα ήταν δυνατά. Το έκανα και αυτό, και γνώρισα την αποσύνθεση των ανθρώπων ακόμα πιο βαθιά, και είδα ακόμη μια φορά ότι η διαφορά ανάμεσα στους ανθρώπους δεν προκύπτει παρά μόνο από το αν τα μηδενικά στους τραπεζικούς τους λογαριασμούς είναι μπροστά και με υποδιαστολή, ή μετά και δεν μετριούνται στο ένα χέρι. Τίποτα άλλο δεν μου έμεινε από αυτό, μόνο το πόσο διαφορετικοί είμαστε οι άνθρωποι μεταξύ μας και το ότι η διαφορά χαρακτηρίζεται από τα λεφτά. Αλλά τελείωσε και ο στρατός, που δεν επέλεξα αλλά υποχρεώθηκα να πάω, νομίζω τώρα τα κατάφερα, μεγάλωσα, γύρισα στην ζωή που είχα.

Νόμιζα ότι γύρισα στη ζωή που είχα, τα νομίσματα είναι πολλές φορές κάλπικα, βλέπεις μέχρι να γίνουν όλα αυτά, τίποτα δεν έμεινε σταθερό, πλέον οι σπουδές δεν σε χαρακτήριζαν επιστήμονα, δεν ήταν εφόδιο για δουλειά και εξασφάλιση, είσαι αστείος αν το πίστεψες ότι σε μια τέτοια εποχή θα μπορέσεις να κάνεις κάτι διαφορετικό, όποιος διαφέρει καταναλώνεται, αλλά μπορείς πάντα να φύγεις, ναι, καλά άκουσες, να φύγεις από τη χώρα, δεν έχει σημασία αν δεν θέλεις, εδώ είπαμε είσαι αναλώσιμος, πρέπει να είσαι αναλώσιμος για να μπορούν να ζήσουν εις βάρος σου όσοι ζούσαν και νωρίτερα χωρίς να αλλάξει τίποτα για αυτούς, τι εννοείς ποιοι είναι; Πάντα αναρωτιόμουν και εγώ ποιοι είναι, δεν έχει σημασία, σημασία έχει ότι δεν είσαι εσύ, στην τελική πάντα αυτό έχει σημασία, το τι είσαι εσύ και τι δεν είσαι, και το μόνο σίγουρο είναι ότι όσο είσαι γεννημένος από φτωχά αρχίδια θα πρέπει εσύ να μεταβάλλεσαι, να ελίσσεσαι, να συμβιβάζεσαι, για να μπορούν άλλοι να ζουν αυτά που σε σένα είχαν υποσχεθεί.

Εντάξει, μεγάλωσα, αρκετά πια, όσο ήμουν μικρός ήμουν ονειροπόλος, μεγαλώνοντας έμαθα, είπαμε, όχι αυτά που διδάσκουν στο σχολείο, έμαθα αυτά που θα με διαμορφώσουν για να μπορώ να έχω αυτά που μου υποσχέθηκαν στο παραμύθι, είμαι έτοιμος, κατάλαβα, θα το κάνω, θα σβήσω αυτά που ονειρεύτηκα και θα τα ξαναγράψω με μελάνι τις ελπίδες όσων ξεκίνησαν την πορεία τους μαζί μου, για κάθε δικό μου όνειρο που γράφω πρέπει να σβήνω κάποιου άλλου, για κάθε ένα που αφήνω απροστάτευτο θα μου το σβήνει κάποιος άλλος, είναι απλό, είναι επιλογή, απλά δεν είναι η ζωή όπως την είχες φανταστεί.

Ήμουν μικρός, μεγάλωσα, έμαθα, έσβησα και ξαναέγραψα.

Advertisements
This entry was posted in The Scattered Thoughts. and tagged , , , , , , , , , , , . Bookmark the permalink.

One Response to Από φτωχά αρχίδια.

  1. Ο/Η katia.xc λέει:

    Πιο αλήθεια δε γίνεται. . .

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s